ημιεπίπεδο
•
- γεωμετρίακαθένα από τα δύο τμήματα ενός επιπέδου που διαχωρίζονται από μία ευθεία καθώς και τα σημεία αυτής της ευθείας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ημιεπίπεδο < γαλλική demi-plan. Μορφολογικά αναλύεται σε ημι- + επίπεδο.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ημιεπίπεδο | ημιεπίπεδα |
| Γενική | ημιεπίπεδου / ημιεπιπέδου | ημιεπιπέδων |
| Αιτιατική | ημιεπίπεδο | ημιεπίπεδα |
| Κλητική | ημιεπίπεδο | ημιεπίπεδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →