Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ημιθανής

/i.mi.θaˈnis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που βρίσκεται μεταξύ ζωής και θανάτου, που κοντεύει να πεθάνει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ημιθανής < ημι- + -θανης (< ἔ-θαν-ον, αόριστος του θνῄσκω)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήημιθανήςημιθανήςημιθανές
Γενικήημιθανούςημιθανούςημιθανούς
Αιτιατικήημιθανήημιθανήημιθανές
Κλητικήημιθανή / ημιθανήςημιθανήςημιθανές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήημιθανείςημιθανείςημιθανή
Γενικήημιθανώνημιθανώνημιθανών
Αιτιατικήημιθανείςημιθανείςημιθανή
Κλητικήημιθανείςημιθανείςημιθανή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →