ημιθόλιο
•
- Βυζαντινήμορφή στέγασης αψίδας ή κόγχης του ιερού στην οποία καλύπτεται το ένα τέταρτο της σφαίρας Βικιλεξικό
- Γι’ αὐτὸ ἂν θεώρηση κανεὶς τὸ ἐσωτερικὸ θολοσκεποῦς Βυζαντινοῦ ναοῦ, ὅπου ὁ τροῦλλος ὑψώνεται σύμβολο τ’ οὐρανοῦ ἐδραζόμενος σὲ τόξα καὶ λοφία καὶ ἀντιστηριζόμενος μὲ κόγχες, ἡμιθόλια καὶ σταυροθόλια, θὰ σχηματίση τὴν ἐντύπωση ὅτι ἕνα χειροποίητο στερέωμα ἀκουμπᾶ ἀπάνω σὲ λεπτόκορμους κίονες καὶ τόσο κυριαρχεῖ ἐπὶ τῶν στηριγμάτων του ὥστε νὰ φαίνεται ὁ ναὸς σὰν ν’ ἀπορρέη ἐκ τῶν ἄνω. (Παναγιώτης Α. Μιχελής, Η χάρις του Βυζαντινού κίονος, Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, 4 (1964-1965), Περίοδος Δ', σσ. 103-115)
Ετυμολογία
ημιθόλιο < ημι- + θόλ(ος) + -ιο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ημιθόλιο | ημιθόλια |
| Γενική | ημιθολίου / ημιθόλιου | ημιθολίων |
| Αιτιατική | ημιθόλιο | ημιθόλια |
| Κλητική | ημιθόλιο | ημιθόλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →