ημικίονας
•
- το ήμισυ ενός κίονα, που έχει επομένως διατομή όχι κυκλική αλλά ημικυκλική, και είναι ενσωματωμένος σε τοίχο ή άλλο αρχιτεκτονικό στοιχείο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ημικίονας < (καθαρεύουσα) ημικίων < ημι- + κίων
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ημικίονας | ημικίονες |
| Γενική | ημικίονα | ημικιόνων |
| Αιτιατική | ημικίονα | ημικίονες |
| Κλητική | ημικίονα | ημικίονες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →