ημικυκλικός
•
- που έχει σχήμα μισού κύκλου Βικιλεξικό
- που ανάγεται σε ημικύκλιο, ή μετριέται σε ημικύκλιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ημικυκλικός < ημι- + κυκλικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ημικυκλικός | ημικυκλική | ημικυκλικό |
| Γενική | ημικυκλικού | ημικυκλικής | ημικυκλικού |
| Αιτιατική | ημικυκλικό | ημικυκλική | ημικυκλικό |
| Κλητική | ημικυκλικέ | ημικυκλική | ημικυκλικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ημικυκλικοί | ημικυκλικές | ημικυκλικά |
| Γενική | ημικυκλικών | ημικυκλικών | ημικυκλικών |
| Αιτιατική | ημικυκλικούς | ημικυκλικές | ημικυκλικά |
| Κλητική | ημικυκλικοί | ημικυκλικές | ημικυκλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →