ημιπεριφέρεια
•
- το μισό μιας περιφέρειας κύκλου, τόξο 180 μοιρών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ημιπεριφέρεια < ημι- + περιφέρεια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ημιπεριφέρεια | ημιπεριφέρειες |
| Γενική | ημιπεριφέρειας | ημιπεριφερειών |
| Αιτιατική | ημιπεριφέρεια | ημιπεριφέρειες |
| Κλητική | ημιπεριφέρεια | ημιπεριφέρειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →