ημιπόδιο
•
- μετρικήμισός μετρικός πους / πόδας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ημιπόδιο < ελληνιστική κοινή ἡμιπόδιον < αρχαία ελληνική ἡμι- + πούς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ημιπόδιο | ημιπόδια |
| Γενική | ημιποδίου / ημιπόδιου | ημιποδίων / ημιπόδιων |
| Αιτιατική | ημιπόδιο | ημιπόδια |
| Κλητική | ημιπόδιο | ημιπόδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →