ημισέληνος
•
- η Σελήνη, αύξουσα ή φθίνουσα, στη φάση του μηνίσκου Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηοτιδήποτε με παρόμοιο με το σχήμα του μισοφέγγαρου Βικιλεξικό
- ισλαμισμόςτο σχήμα του μισοφέγγαρου που χρησιμοποιείται ως σύμβολο της μουσουλμανικής θρησκείας ή σε σημαίες μουσουλμανικών χωρών Βικιλεξικό
- (συνεκδοχικά) η τουρκική σημαία
Ετυμολογία
ημισέληνος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἡμισέληνος (ουσιαστικό) - μεσαιωνική ελληνική ἡμισέληνος (επίθετο). Δείτε και το ελληνιστικό ουσιαστικό ἡμισελήνιον. Μορφολογικά αναλύεται σε ημι- + σελήν(η) + -ος < αρχαία ελληνική σελήνη < σέλας (μεταφραστικό δάνειο από την οθωμανική τουρκική یارم τουρκική yarım (μισός) آی ay (φεγγάρι, μήνας) ή από τη γερμανική Halbmond < halb + Mond)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ημισέληνος | ημισέληνοι |
| Γενική | ημισελήνου | ημισελήνων |
| Αιτιατική | ημισέληνο | ημισελήνους |
| Κλητική | ημισέληνε / ημισέληνο | ημισέληνοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →