Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ημισέληνος

/i.miˈse.li.nos/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η Σελήνη, αύξουσα ή φθίνουσα, στη φάση του μηνίσκου Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηοτιδήποτε με παρόμοιο με το σχήμα του μισοφέγγαρου Βικιλεξικό
  3. ισλαμισμόςτο σχήμα του μισοφέγγαρου που χρησιμοποιείται ως σύμβολο της μουσουλμανικής θρησκείας ή σε σημαίες μουσουλμανικών χωρών Βικιλεξικό
    • (συνεκδοχικά) η τουρκική σημαία

Ετυμολογία

ημισέληνος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἡμισέληνος (ουσιαστικό) - μεσαιωνική ελληνική ἡμισέληνος (επίθετο). Δείτε και το ελληνιστικό ουσιαστικό ἡμισελήνιον. Μορφολογικά αναλύεται σε ημι- + σελήν(η) + -ος < αρχαία ελληνική σελήνη < σέλας (μεταφραστικό δάνειο από την οθωμανική τουρκική یارم τουρκική yarım (μισός) آی ay (φεγγάρι, μήνας) ή από τη γερμανική Halbmond < halb + Mond)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήημισέληνοςημισέληνοι
Γενικήημισελήνουημισελήνων
Αιτιατικήημισέληνοημισελήνους
Κλητικήημισέληνε / ημισέληνοημισέληνοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →