Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ημιτελής

/i.mi.teˈlis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει τελειώσει, που η κατασκευή ή η δημιουργία του δεν έχει ολοκληρωθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ημιτελής < αρχαία ελληνική ἡμιτελής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήημιτελήςημιτελήςημιτελές
Γενικήημιτελούςημιτελούςημιτελούς
Αιτιατικήημιτελήημιτελήημιτελές
Κλητικήημιτελή / ημιτελήςημιτελήςημιτελές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήημιτελείςημιτελείςημιτελή
Γενικήημιτελώνημιτελώνημιτελών
Αιτιατικήημιτελείςημιτελείςημιτελή
Κλητικήημιτελείςημιτελείςημιτελή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →