Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ημιφάτνωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει κατά το ήμισυ φατνώματα, δηλαδή σανίδες ή διακοσμητικές πλάκες με ζωγραφιές ή ανάγλυφα, που καλύπτουν τα κενά των δοκών στο ταβάνι ενός κτίσματος Βικιλεξικό
    • Ὁ οἰκίσκος ὅλος, χθαμαλός, ἡμιφάτνωτος μὲ εἶδος σοφᾶ, εἶχεν ὕψος δύο ἴσως ὀργυιῶν ἀπὸ τοῦ ἐδάφους μέχρι τῆς ὀροφῆς. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Σταχομαζώχτρα)

Ετυμολογία

ημιφάτνωτος < ημι- + φατνωτός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήημιφάτνωτοςημιφάτνωτηημιφάτνωτο
Γενικήημιφάτνωτουημιφάτνωτηςημιφάτνωτου
Αιτιατικήημιφάτνωτοημιφάτνωτηημιφάτνωτο
Κλητικήημιφάτνωτεημιφάτνωτηημιφάτνωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήημιφάτνωτοιημιφάτνωτεςημιφάτνωτα
Γενικήημιφάτνωτωνημιφάτνωτωνημιφάτνωτων
Αιτιατικήημιφάτνωτουςημιφάτνωτεςημιφάτνωτα
Κλητικήημιφάτνωτοιημιφάτνωτεςημιφάτνωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →