Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ημιφωνοποίηση

/i.mi.fo.noˈpi.i.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φωνητικήη τροπή ενός φθόγγου σε ημίφωνο Βικιλεξικό
    • τὰ ὠτία /ta‿oˈti.a/ > *ταοὐτία [tawˈti.a] (στην ελληνιστική κοινή)
    • λάδι /ˈla.ði/ > [ˈwa.ði] (στην προφορά)
    • σλοβακική mydlo [ˈmi.dɫɔ], τσεχική mýdlo [ˈmiː.dlo], ρωσική мы́ло [ˈmɨ.ɫə] αλλά πολωνική mydło [ˈmɘ.dwɔ] (σλαβική λέξη για το σαπούνι, στην πολωνική το φατνιακό πλευρικό προσεγγιστικό [l ɫ] τρέπεται σε χειλοϋπερωικό ημίφωνο προσεγγιστικό [w])

Ετυμολογία

ημιφωνοποίηση < ημίφων(ον) + -ο- + -ποίη(σις) + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήημιφωνοποίησηημιφωνοποιήσεις
Γενικήημιφωνοποίησηςημιφωνοποιήσεων
Αιτιατικήημιφωνοποίησηημιφωνοποιήσεις
Κλητικήημιφωνοποίησηημιφωνοποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →