ημιφωνοποίηση
•
- φωνητικήη τροπή ενός φθόγγου σε ημίφωνο Βικιλεξικό
- τὰ ὠτία /ta‿oˈti.a/ > *ταοὐτία [tawˈti.a] (στην ελληνιστική κοινή)
- λάδι /ˈla.ði/ > [ˈwa.ði] (στην προφορά)
- σλοβακική mydlo [ˈmi.dɫɔ], τσεχική mýdlo [ˈmiː.dlo], ρωσική мы́ло [ˈmɨ.ɫə] αλλά πολωνική mydło [ˈmɘ.dwɔ] (σλαβική λέξη για το σαπούνι, στην πολωνική το φατνιακό πλευρικό προσεγγιστικό [l ɫ] τρέπεται σε χειλοϋπερωικό ημίφωνο προσεγγιστικό [w])
Ετυμολογία
ημιφωνοποίηση < ημίφων(ον) + -ο- + -ποίη(σις) + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ημιφωνοποίηση | ημιφωνοποιήσεις |
| Γενική | ημιφωνοποίησης | ημιφωνοποιήσεων |
| Αιτιατική | ημιφωνοποίηση | ημιφωνοποιήσεις |
| Κλητική | ημιφωνοποίηση | ημιφωνοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →