ηνίοχος
•
- λόγιοο οδηγός άρματος που έλκουν άλογα, αυτός που κρατάει τα ηνία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ηνίοχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἡνίοχος.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ηνίοχος | ηνίοχοι |
| Γενική | ηνίοχου / ηνιόχου | ηνιόχων |
| Αιτιατική | ηνίοχο | ηνίοχους / ηνιόχους |
| Κλητική | ηνίοχε | ηνίοχοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →