ηπαρίνη
•
- ιατρικήένα ενέσιμο αντιπηκτικό φάρμακο ταχείας δράσης που χρησιμοποιείται για την πρόληψη και θεραπεία θρομβώσεων Βικιλεξικό
- Πρόσφατες μελέτες έχουν αναδείξει ότι η χορήγηση ηπαρίνης μπορεί να έχει ωφέλιμη επίδραση στην ελκώδη κολίτιδα. Η επίδραση αυτή μπορεί να οφείλεται αφʼ ενός μεν στις γνωστές αντιπηκτικές ιδιότητες της ηπαρίνης, αφʼ ετέρου δε στις λιγότερο γνωστές ανοσορρυθμιστικές, αντιφλεγμονώδεις και επουλωτικές δράσεις της.
Ετυμολογία
ηπαρίνη < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική héparine
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ηπαρίνη | ηπαρίνες |
| Γενική | ηπαρίνης | ηπαρινών |
| Αιτιατική | ηπαρίνη | ηπαρίνες |
| Κλητική | ηπαρίνη | ηπαρίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →