Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ηπατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το ήπαρ / συκώτι ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ηπατικός < ελληνιστική κοινή ἡπατικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηπατικόςηπατικήηπατικό
Γενικήηπατικούηπατικήςηπατικού
Αιτιατικήηπατικόηπατικήηπατικό
Κλητικήηπατικέηπατικήηπατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηπατικοίηπατικέςηπατικά
Γενικήηπατικώνηπατικώνηπατικών
Αιτιατικήηπατικούςηπατικέςηπατικά
Κλητικήηπατικοίηπατικέςηπατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →