Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ηπατολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με τον ηπατολόγο ή την ηπατολογία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ηπατολογικός < ηπατολόγος / ηπατολογία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηπατολογικόςηπατολογικήηπατολογικό
Γενικήηπατολογικούηπατολογικήςηπατολογικού
Αιτιατικήηπατολογικόηπατολογικήηπατολογικό
Κλητικήηπατολογικέηπατολογικήηπατολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηπατολογικοίηπατολογικέςηπατολογικά
Γενικήηπατολογικώνηπατολογικώνηπατολογικών
Αιτιατικήηπατολογικούςηπατολογικέςηπατολογικά
Κλητικήηπατολογικοίηπατολογικέςηπατολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →