ηπατολογικός
•
- ιατρικήπου έχει σχέση με τον ηπατολόγο ή την ηπατολογία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ηπατολογικός < ηπατολόγος / ηπατολογία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ηπατολογικός | ηπατολογική | ηπατολογικό |
| Γενική | ηπατολογικού | ηπατολογικής | ηπατολογικού |
| Αιτιατική | ηπατολογικό | ηπατολογική | ηπατολογικό |
| Κλητική | ηπατολογικέ | ηπατολογική | ηπατολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ηπατολογικοί | ηπατολογικές | ηπατολογικά |
| Γενική | ηπατολογικών | ηπατολογικών | ηπατολογικών |
| Αιτιατική | ηπατολογικούς | ηπατολογικές | ηπατολογικά |
| Κλητική | ηπατολογικοί | ηπατολογικές | ηπατολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →