Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ηπειρώτικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στην Ήπειρο και τους Ηπειρώτες Βικιλεξικό
    • τα ηπειρώτικα τραγούδια
    • Οι στίχοι του Θανάση Παπακωνσταντίνου είναι άχρονοι και άτοποι. Και ακριβώς αυτό του επιτρέπει να συνομιλεί αφενός με τα περσικά ρουμπαγιάτ, αφετέρου με το ηπειρώτικο κλαρίνο, τις γκάιντες και το ροκ τζαμάρισμα. (Κωνσταντίνος Τσάβαλος, Αέρας Πεχλιβάνης: Η προφορική ιστορία του Βραχνού Προφήτη: Όπως την αφηγήθηκε ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου και οι συντελεστές του δίσκου, εκδ. Μεταίχμιο, 2025)

Ετυμολογία

ηπειρώτικος < Ηπειρώτης + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηπειρώτικοςηπειρώτικηηπειρώτικο
Γενικήηπειρώτικουηπειρώτικηςηπειρώτικου
Αιτιατικήηπειρώτικοηπειρώτικηηπειρώτικο
Κλητικήηπειρώτικεηπειρώτικηηπειρώτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηπειρώτικοιηπειρώτικεςηπειρώτικα
Γενικήηπειρώτικωνηπειρώτικωνηπειρώτικων
Αιτιατικήηπειρώτικουςηπειρώτικεςηπειρώτικα
Κλητικήηπειρώτικοιηπειρώτικεςηπειρώτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ηπειρωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την ήπειρο Βικιλεξικό
  2. Το ουδέτερο πληθυντικός ως ουσ. Τα ηπειρωτικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ηπειρωτικός < ήπειρος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηπειρωτικόςηπειρωτικήηπειρωτικό
Γενικήηπειρωτικούηπειρωτικήςηπειρωτικού
Αιτιατικήηπειρωτικόηπειρωτικήηπειρωτικό
Κλητικήηπειρωτικέηπειρωτικήηπειρωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηπειρωτικοίηπειρωτικέςηπειρωτικά
Γενικήηπειρωτικώνηπειρωτικώνηπειρωτικών
Αιτιατικήηπειρωτικούςηπειρωτικέςηπειρωτικά
Κλητικήηπειρωτικοίηπειρωτικέςηπειρωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →