Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ηπιώνω

/i.piˈo.no/ρήμα
•
  1. μεταβατικόκαθιστώ κάτι ήπιο Βικιλεξικό
    • 2013 Νικήτας Παρίσης, Ο Ανακριτής, 26 Ιανουαρίου 2013
  2. αμετάβατογίνομαι πιο ήπιος Βικιλεξικό
    • Άντε να ηπιώσει ο καιρός επιτέλους.

Ετυμολογία

ηπιώνω < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἠπιῶ < αρχαία ελληνική ἠπιόω.

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςηπιώνωηπιώνειςηπιώνειηπιώνουμεηπιώνετεηπιώνουν / ηπιώνουνε
Παρατατικόςηπίωναηπίωνεςηπίωνεηπιώναμεηπιώνατεηπίωναν / ηπιώναν / ηπιώνανε
Αόριστοςηπίωσαηπίωσεςηπίωσεηπιώσαμεηπιώσατεηπίωσαν / ηπιώσαν / ηπιώσανε
Μέλλονταςθα ηπιώνω / θα ηπιώσωθα ηπιώνεις / θα ηπιώσειςθα ηπιώνει / θα ηπιώσειθα ηπιώνουμε / θα ηπιώσουμεθα ηπιώνετε / θα ηπιώσετεθα ηπιώνουν / θα ηπιώνουνε / θα ηπιώσουν / θα ηπιώσουνε
Παρακείμενοςέχω ηπιώσειέχεις ηπιώσειέχει ηπιώσειέχουμε ηπιώσει——
Υπερσυντέλικοςείχα ηπιώσειείχες ηπιώσειείχε ηπιώσειείχαμε ηπιώσει——
Υποτακτικήνα έχω ηπιώσει / να ηπιώνω / να ηπιώσωνα έχεις ηπιώσει / να ηπιώνεις / να ηπιώσειςνα έχει ηπιώσει / να ηπιώνει / να ηπιώσεινα έχουμε ηπιώσει / να ηπιώνουμε / να ηπιώσουμενα ηπιώνετε / να ηπιώσετενα ηπιώνουν / να ηπιώνουνε / να ηπιώσουν / να ηπιώσουνε
Προστακτική—έχε ηπιωμένο / ηπίωνε / ηπίωσε——ηπιώνετε / ηπιώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →