ηρεμώ
•
- αμετάβατοδεν ενεργώ, είμαι σε κατάσταση αδράνειας Βικιλεξικό
- αμετάβατοέρχομαι σε κατάσταση ψυχικής ισορροπίας μετά από κάποια ψυχική ένταση Βικιλεξικό
- μεταβατικόενεργώ έτσι ώστε κάποιος άλλος να ηρεμήσει (2) Βικιλεξικό
- Στο μεταξύ είχα πλησιάσει το άλογο και πήγαινα να το πιάσω από το χαλινάρι. Εκείνο όμως αντέδρασε και έκανε ένα βήμα πίσω. ... «Santa Madonna! τι κάνεις εκεί;» φώναξε ο άγνωστος, λες και έπρεπε να γνώριζα από άλογα. «Χάιδεψέ του πρώτα τη μουσούδα για να το ηρεμήσεις» (Βαρβάρα-Ρίτα Αθανασιάδου, Ένας χρόνος στην Τοσκάνη, AA Publishing, 2015, σελίδα xv)
- ηρέμησέ τον πριν γίνει το κακό
Ετυμολογία
ηρεμώ < αρχαία ελληνική ἠρεμῶ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →