ηροστράτειος
•
- για τα έργα κάποιου που αποζητάει τη φήμη διαπράττοντας καταστροφές, όπως έκανε ο Ηρόστρατος, που πυρπόλησε το 365 πκε τον ναό της Αρτέμιδας στην Έφεσο Βικιλεξικό
- που αναφέρεται στον εμπρηστή Ηρόστρατο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ηροστράτειος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα Ἡροστράτειος (μαρτυρείται από το 1894) < αρχαία ελληνική Ἡρόστρατ(ος) + -ειος.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ηροστράτειος | ηροστράτεια / ηροστράτειος | ηροστράτειο |
| Γενική | ηροστράτειου / ηροστρατείου | ηροστράτειας / ηροστρατείου | ηροστράτειου / ηροστρατείου |
| Αιτιατική | ηροστράτειο | ηροστράτεια / ηροστράτειο | ηροστράτειο |
| Κλητική | ηροστράτειε | ηροστράτεια / ηροστράτειε | ηροστράτειο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ηροστράτειοι | ηροστράτειες / ηροστράτειοι | ηροστράτεια |
| Γενική | ηροστράτειων / ηροστρατείων | ηροστράτειων / ηροστρατείων | ηροστράτειων / ηροστρατείων |
| Αιτιατική | ηροστράτειους / ηροστρατείους | ηροστράτειες / ηροστρατείους | ηροστράτεια |
| Κλητική | ηροστράτειοι | ηροστράτειες / ηροστράτειοι | ηροστράτεια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →