Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ηρωικός

/i.ɾo.iˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται σε ήρωες Βικιλεξικό
    • το ηρωικό έπος
    • Μόνο όταν η Βασιλεύουσα, παρά την ηρωική αντίσταση των ολιγάριθμων υπερασπιστών της, υπό την ηγεσία του αυτοκράτορα-μάρτυρα Κωνσταντίνου ΙΑ' Παλαιολόγου, και των ευάριθμων συμμάχων της υπό τον Γενοβέζο Τζουστινιάνι, ελύγισε υπό τα πλήγματα του τεράστιου σε αριθμό στρατού και στόλου του νεαρού σουλτάνου Μωάμεθ Β', μόνο τότε η Δύση θα κατανοήσει το μέγεθος της καταστροφής και της απειλής κατά της καθολικής τώρα χριστιανοσύνης. (Ελένη Γλύκατζη - Αρβελέρ, Γιατί το Βυζάντιο, σελ. 53)
  2. που αναφέρεται στον ηρωισμό Βικιλεξικό
    • μια ηρωική πράξη

Ετυμολογία

ηρωικός < αρχαία ελληνική ἡρωικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηρωικόςηρωικήηρωικό
Γενικήηρωικούηρωικήςηρωικού
Αιτιατικήηρωικόηρωικήηρωικό
Κλητικήηρωικέηρωικήηρωικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηρωικοίηρωικέςηρωικά
Γενικήηρωικώνηρωικώνηρωικών
Αιτιατικήηρωικούςηρωικέςηρωικά
Κλητικήηρωικοίηρωικέςηρωικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →