ηρωινισμός
•
- η κατάσταση της εξάρτησης απ’ την ηρωίνη Βικιλεξικό
- ιατρικήη χρόνια, οξεία και νοσηρή κατάσταση ενός οργανισμού, λόγω της εξάρτησης και υπερβολικής χρήσης ηρωίνης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ηρωινισμός < ηρωίνη + -ισμός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική heroinism)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ηρωινισμός | ηρωινισμοί |
| Γενική | ηρωινισμού | ηρωινισμών |
| Αιτιατική | ηρωινισμό | ηρωινισμούς |
| Κλητική | ηρωινισμέ | ηρωινισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →