Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ηρωινισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η κατάσταση της εξάρτησης απ’ την ηρωίνη Βικιλεξικό
  2. ιατρικήη χρόνια, οξεία και νοσηρή κατάσταση ενός οργανισμού, λόγω της εξάρτησης και υπερβολικής χρήσης ηρωίνης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ηρωινισμός < ηρωίνη + -ισμός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική heroinism)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήηρωινισμόςηρωινισμοί
Γενικήηρωινισμούηρωινισμών
Αιτιατικήηρωινισμόηρωινισμούς
Κλητικήηρωινισμέηρωινισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →