ηρωοποιούμαι
•
- με αναγάγουν σε ήρωα, ενώ είμαι ένας καθημερινός άνθρωπος Βικιλεξικό
- με αναγάγουν σε κάτι ηρωϊκό ενώ δεν είχα τέτοια στοιχεία (για καταστάσεις, ενέργειες) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ηρωοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος ηρωοποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ηρωοποιούμαι | ηρωοποιείσαι | ηρωοποιείται | ηρωοποιούμαστε | ηρωοποιείστε | ηρωοποιούνται |
| Παρατατικός | ηρωοποιούμουν | ηρωοποιούσουν | ηρωοποιούνταν | ηρωοποιούμασταν / ηρωοποιούμαστε | ηρωοποιούσασταν / ηρωοποιούσαστε | ηρωοποιούνταν |
| Αόριστος | ηρωοποιήθηκα | ηρωοποιήθηκες | ηρωοποιήθηκε | ηρωοποιηθήκαμε | ηρωοποιηθήκατε | ηρωοποιήθηκαν / ηρωοποιηθήκαν / ηρωοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα ηρωοποιηθώ / θα ηρωοποιούμαι | θα ηρωοποιείσαι / θα ηρωοποιηθείς | θα ηρωοποιείται / θα ηρωοποιηθεί | θα ηρωοποιηθούμε / θα ηρωοποιούμαστε | θα ηρωοποιείστε / θα ηρωοποιηθείτε | θα ηρωοποιηθούν / θα ηρωοποιηθούνε / θα ηρωοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω ηρωοποιηθεί | έχεις ηρωοποιηθεί | έχει ηρωοποιηθεί | έχουμε ηρωοποιηθεί | έχετε ηρωοποιηθεί | έχουν ηρωοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα ηρωοποιηθεί | είχες ηρωοποιηθεί | είχε ηρωοποιηθεί | είχαμε ηρωοποιηθεί | είχατε ηρωοποιηθεί | είχαν ηρωοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω ηρωοποιηθεί / να ηρωοποιηθώ / να ηρωοποιούμαι | να έχεις ηρωοποιηθεί / να ηρωοποιείσαι / να ηρωοποιηθείς | να έχει ηρωοποιηθεί / να ηρωοποιείται / να ηρωοποιηθεί | να έχουμε ηρωοποιηθεί / να ηρωοποιηθούμε / να ηρωοποιούμαστε | να έχετε ηρωοποιηθεί / να ηρωοποιείστε / να ηρωοποιηθείτε | να έχουν ηρωοποιηθεί / να ηρωοποιηθούν / να ηρωοποιηθούνε / να ηρωοποιούνται |
| Προστακτική | — | ηρωοποιήσου | — | — | ηρωοποιείστε / ηρωοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →