ησυχαστήριο
•
- θρησκείατο μέρος όπου αποσύρεται ένας μοναχός που θέλει να απομονωθεί τελείως, το ερημητήριο, η σκήτη Βικιλεξικό
- ο τόπος όπου αποσύρεται κάποιος για να ησυχάσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ησυχαστήριο < μεσαιωνική ελληνική ἡσυχαστήριον < ησυχαστής + -τήριο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ησυχαστήριο | ησυχαστήρια |
| Γενική | ησυχαστήριου / ησυχαστηρίου | ησυχαστήριων / ησυχαστηρίων |
| Αιτιατική | ησυχαστήριο | ησυχαστήρια |
| Κλητική | ησυχαστήριο | ησυχαστήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →