ηττοπάθεια
•
- η ιδιότητα του ηττοπαθούς, αυτού που δέχεται την ήττα μοιρολατρικά αφού πιστεύει ότι είναι αναπόφευκτη ή ότι ο ίδιος δεν είναι ικανός να κάνει κάτι γι' αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ηττοπάθεια < ηττοπαθ(ής) + -εια, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική défaitisme
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ηττοπάθεια | ηττοπάθειες |
| Γενική | ηττοπάθειας | ηττοπαθειών |
| Αιτιατική | ηττοπάθεια | ηττοπάθειες |
| Κλητική | ηττοπάθεια | ηττοπάθειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →