Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ηχαγωγός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. φυσικήπου διευκολύνει τη μετάδοση του ήχου μέσα απ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ηχαγωγός < (ήχος) ηχ- + -αγωγός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηχαγωγόςηχαγωγή / ηχαγωγόςηχαγωγό
Γενικήηχαγωγούηχαγωγής / ηχαγωγούηχαγωγού
Αιτιατικήηχαγωγόηχαγωγή / ηχαγωγόηχαγωγό
Κλητικήηχαγωγέηχαγωγέ / ηχαγωγήηχαγωγό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηχαγωγοίηχαγωγές / ηχαγωγοίηχαγωγά
Γενικήηχαγωγώνηχαγωγώνηχαγωγών
Αιτιατικήηχαγωγούςηχαγωγές / ηχαγωγούςηχαγωγά
Κλητικήηχαγωγοίηχαγωγές / ηχαγωγοίηχαγωγά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →