Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ηχηροποίηση

/i.çi.ɾoˈpi.i.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γλωσσολογίαη τροπή άηχου συμφώνου στο αντίστοιχο ηχηρό Βικιλεξικό
    • παραδείγματα ηχηροποίησης: του [t] σε [d], του [k] σε [g], του [s] σε [z]

Ετυμολογία

ηχηροποίηση < ηχηρ(ός) + -ο- + -ποίη(σις) -ποίηση, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική sonorisation

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήηχηροποίησηηχηροποιήσεις
Γενικήηχηροποίησηςηχηροποιήσεων
Αιτιατικήηχηροποίησηηχηροποιήσεις
Κλητικήηχηροποίησηηχηροποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →