ηχηροποίηση
•
- γλωσσολογίαη τροπή άηχου συμφώνου στο αντίστοιχο ηχηρό Βικιλεξικό
- παραδείγματα ηχηροποίησης: του [t] σε [d], του [k] σε [g], του [s] σε [z]
Ετυμολογία
ηχηροποίηση < ηχηρ(ός) + -ο- + -ποίη(σις) -ποίηση, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική sonorisation
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ηχηροποίηση | ηχηροποιήσεις |
| Γενική | ηχηροποίησης | ηχηροποιήσεων |
| Αιτιατική | ηχηροποίηση | ηχηροποιήσεις |
| Κλητική | ηχηροποίηση | ηχηροποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →