ηχηρός
•
- που συνοδεύεται από δυνατό ήχο Βικιλεξικό
- μεταφορικάέντονος Βικιλεξικό
- γλωσσολογίαγια τα σύμφωνα τα οποία παράγονται με έντονη δόνηση των φωνητικών χορδών Βικιλεξικό
- τα σύμφωνα [k], [p], [t], [s] είναι άηχα ενώ τα αντίστοιχά τους [g], [b], [d], [z] είναι ηχηρά
Ετυμολογία
ηχηρός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ηχηρός | ηχηρή | ηχηρό |
| Γενική | ηχηρού | ηχηρής | ηχηρού |
| Αιτιατική | ηχηρό | ηχηρή | ηχηρό |
| Κλητική | ηχηρέ | ηχηρή | ηχηρό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ηχηροί | ηχηρές | ηχηρά |
| Γενική | ηχηρών | ηχηρών | ηχηρών |
| Αιτιατική | ηχηρούς | ηχηρές | ηχηρά |
| Κλητική | ηχηροί | ηχηρές | ηχηρά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →