Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ηχολαλία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήπαθολογική, μηχανική επανάληψη λέξεων ή/και προτάσεων Βικιλεξικό
    • Η παρούσα έρευνα, με τίτλο ‘Η ηχολαλία ως μέσο επικοινωνίας στον αυτισμό’ αφορά τη μελέτη περίπτωσης, ενός παιδιού, που βρίσκεται στο φάσμα του αυτισμού και ηχολαλεί, δηλαδή επαναλαμβάνει λόγια των συνομιλητών του ή και δικά του. (Μητροσύλη Μπούνα, Ελένη; Τζιγκουνάκη, Στυλιανή; Σιούλα, Κωνσταντίνα, Η Ηχολαλία ως μέσο επικοινωνίας στον Αυτισμό (Μελέτη Περίπτωσης), πτυχιακή εργασία, Πανεπιστήμιο Πατρών, 2020 http://repository.library.teiwest.gr/xmlui/handle/123456789/10426)

Ετυμολογία

ηχολαλία < ήχος + λαλώ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήηχολαλίαηχολαλίες
Γενικήηχολαλίαςηχολαλιών
Αιτιατικήηχολαλίαηχολαλίες
Κλητικήηχολαλίαηχολαλίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →