Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ηχομίμηση

/i.xoˈmi.mi.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γλωσσολογίαη πράξη, διαδικασία της μίμησης ήχων Βικιλεξικό
  2. ειδικότερασχηματισμός ονόματος με αυτήν την διαδικασία Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασητο αποτέλεσμα αυτής της πράξης· λέξη σχηματισμένη μέσω ηχομίμησης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ηχομίμηση < (νεολογισμός) ηχο- + μίμηση, κατά το ηχομιμητικός.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήηχομίμησηηχομιμήσεις
Γενικήηχομίμησηςηχομιμήσεων
Αιτιατικήηχομίμησηηχομιμήσεις
Κλητικήηχομίμησηηχομιμήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →