ηχομίμηση
•
- γλωσσολογίαη πράξη, διαδικασία της μίμησης ήχων Βικιλεξικό
- ειδικότερασχηματισμός ονόματος με αυτήν την διαδικασία Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο αποτέλεσμα αυτής της πράξης· λέξη σχηματισμένη μέσω ηχομίμησης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ηχομίμηση < (νεολογισμός) ηχο- + μίμηση, κατά το ηχομιμητικός.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ηχομίμηση | ηχομιμήσεις |
| Γενική | ηχομίμησης | ηχομιμήσεων |
| Αιτιατική | ηχομίμηση | ηχομιμήσεις |
| Κλητική | ηχομίμηση | ηχομιμήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →