ηχομετρία
•
- ακουστικήη μέτρηση της έντασης κι άλλων παραμέτρων των ήχων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ηχομετρία < ηχο- + -μετρία, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική sonométrie
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ηχομετρία | ηχομετρίες |
| Γενική | ηχομετρίας | ηχομετριών |
| Αιτιατική | ηχομετρία | ηχομετρίες |
| Κλητική | ηχομετρία | ηχομετρίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →