Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ηχομετρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την ηχομετρία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ηχομετρικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηχομετρικόςηχομετρικήηχομετρικό
Γενικήηχομετρικούηχομετρικήςηχομετρικού
Αιτιατικήηχομετρικόηχομετρικήηχομετρικό
Κλητικήηχομετρικέηχομετρικήηχομετρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηχομετρικοίηχομετρικέςηχομετρικά
Γενικήηχομετρικώνηχομετρικώνηχομετρικών
Αιτιατικήηχομετρικούςηχομετρικέςηχομετρικά
Κλητικήηχομετρικοίηχομετρικέςηχομετρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →