Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ηχομιμητικός

/i.xo.mi.mi.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που σχετίζεται με την ηχομίμηση· την μίμηση ήχων Βικιλεξικό
    • ηχομιμητικός σχηματισμός λέξης
  2. αυτός που σχηματίζεται μέσω ηχομίμησης Βικιλεξικό
    • Η λέξη γαβ είναι ηχομιμητική.

Ετυμολογία

ηχομιμητικός < ηχο- + μιμητικός < μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική lautnachahmend.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηχομιμητικόςηχομιμητικήηχομιμητικό
Γενικήηχομιμητικούηχομιμητικήςηχομιμητικού
Αιτιατικήηχομιμητικόηχομιμητικήηχομιμητικό
Κλητικήηχομιμητικέηχομιμητικήηχομιμητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηχομιμητικοίηχομιμητικέςηχομιμητικά
Γενικήηχομιμητικώνηχομιμητικώνηχομιμητικών
Αιτιατικήηχομιμητικούςηχομιμητικέςηχομιμητικά
Κλητικήηχομιμητικοίηχομιμητικέςηχομιμητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →