ηχομονωτικός
•
- που έχει σχέση με την ηχομόνωση, αναφέρεται σ’ αυτή ή χρησιμεύει στην ηχομόνωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ηχομονωτικός < ηχομόνωση + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ηχομονωτικός | ηχομονωτική | ηχομονωτικό |
| Γενική | ηχομονωτικού | ηχομονωτικής | ηχομονωτικού |
| Αιτιατική | ηχομονωτικό | ηχομονωτική | ηχομονωτικό |
| Κλητική | ηχομονωτικέ | ηχομονωτική | ηχομονωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ηχομονωτικοί | ηχομονωτικές | ηχομονωτικά |
| Γενική | ηχομονωτικών | ηχομονωτικών | ηχομονωτικών |
| Αιτιατική | ηχομονωτικούς | ηχομονωτικές | ηχομονωτικά |
| Κλητική | ηχομονωτικοί | ηχομονωτικές | ηχομονωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →