Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ηχομονωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ηχομόνωση, αναφέρεται σ’ αυτή ή χρησιμεύει στην ηχομόνωση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ηχομονωτικός < ηχομόνωση + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηχομονωτικόςηχομονωτικήηχομονωτικό
Γενικήηχομονωτικούηχομονωτικήςηχομονωτικού
Αιτιατικήηχομονωτικόηχομονωτικήηχομονωτικό
Κλητικήηχομονωτικέηχομονωτικήηχομονωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηχομονωτικοίηχομονωτικέςηχομονωτικά
Γενικήηχομονωτικώνηχομονωτικώνηχομονωτικών
Αιτιατικήηχομονωτικούςηχομονωτικέςηχομονωτικά
Κλητικήηχομονωτικοίηχομονωτικέςηχομονωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →