ηχόχρωμα
•
- μουσικήη ιδιαίτερη χροιά ενός ήχου, ανεξάρτητα από το ύψος ή την έντασή του Βικιλεξικό
- Κάθε όργανο υπάγεται υποχρεωτικά σε ορισμένες κατηγορίες (π.χ. πνευστά, έγχορδα, κρουστά), και χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένα στοιχεία και ιδιότητες, όπως η τονική του έκταση, το ηχόχρωμά του, οι εκφραστικές του δυνατότητες καθώς και συγκεκριμένες τεχνικές εκτέλεσης που είναι διαφορετικές και χαρακτηριστικές για κάθε όργανο (π.χ. σπικάτο (spiccato) και πιτσικάτο (pizzicato) στα έγχορδα, με σορντίνα (sordina) στην τρομπέτα, και με αρμονικές στην άρπα). (Ενοργάνωση, notanota.gr, ανακτήθηκε στις 14/12/2024 https://web.archive.org/web/20240618184716/https://notanota.gr/%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%81%CE%B3%CE%AC%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7/)
Ετυμολογία
ηχόχρωμα < ηχο- + χρώμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ηχόχρωμα | ηχοχρώματα |
| Γενική | ηχοχρώματος | ηχοχρωμάτων |
| Αιτιατική | ηχόχρωμα | ηχοχρώματα |
| Κλητική | ηχόχρωμα | ηχοχρώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →