θάμβωση
•
- λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του θαμβώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θάμβωση < θαμβώ(νω) + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θάμβωση | θαμβώσεις |
| Γενική | θάμβωσης | θαμβώσεων |
| Αιτιατική | θάμβωση | θαμβώσεις |
| Κλητική | θάμβωση | θαμβώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →