θάμνος
•
- βοτανικήκάθε φυτό με ξυλώδη βλαστό και σχετικά χαμηλό ύψος· διακρίνεται από το δέντρο από την απουσία κορμού καθώς τα κλαδιά αναπτύσσονται από την επιφάνεια του εδάφους Βικιλεξικό
- Τόνισα στον μικρό πρίγκιπα ότι τα μπαομπάμπ δεν είναι θάμνοι, αλλά δέντρα ψηλά σαν εκκλησιές κι ότι ακόμα κι αν έφερνε μαζί του ένα κοπάδι ελέφαντες, αυτό το κοπάδι δεν θα μπορούσε να τα βάλει ούτε μ' ένα και μόνο μπαομπάμπ. (Αντουάν Ντε Σεντ - Εξιπερί, Ο Μικρός Πρίγκιπας, εκδ. Καρακώτσογλου, 2015)
Ετυμολογία
θάμνος < αρχαία ελληνική θάμνος < θαμινός (πυκνός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θάμνος | θάμνοι |
| Γενική | θάμνου | θάμνων |
| Αιτιατική | θάμνο | θάμνους |
| Κλητική | θάμνε | θάμνοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →