Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θέαμα

/ˈθe.a.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η εικόνα αντικειμένων ή γεγονότων που βλέπει μπροστά του ο παρατηρητής ή θεατής, ικανή να προξενήσει συναισθηματικές αντιδράσεις Βικιλεξικό
    • Όπως ο εκκεντρικός άνεργος ή ο συμβασιούχος γίνονται θέαμα μέσα από πράξεις αυτοεξευτελισμού (π.χ. τηλεοπτικά μεταδιδόμενη απόπειρα αυτοκτονίας ή αυτοβασανισμός ή δημόσια έκθεση οικογενειακών δυσλειτουργιών), έτσι και ο τηλεσχολιαστής αυτοσκηνοθετείται για τις ανάγκες του θεάματος (Χαρίδημος Τσούκας, Η τραγωδία των κοινών. Πολιτική φαυλότητα, απαξίωση θεσμών και χρεοκοπία, εκδ. Ίκαρος, 2015)
    • μεγαλοπρεπές θέαμα
    • θλιβερό θέαμα
    • μαγευτικό θέαμα
  2. η δημόσια οργανωμένη παρουσίαση, κυρίως με σκοπό την ψυχαγωγία (δημόσιο θέαμα) Βικιλεξικό
    • φόρος δημοσίων θεαμάτων
  3. η παράσταση καλλιτεχνικού χαρακτήρα, ιδίως θέατρο ή κινηματογράφος Βικιλεξικό
    • κόσμος του θεάματος

Ετυμολογία

θέαμα < αρχαία ελληνική θέαμα και θέημα (ιωνικός τύπος ) < θεάομαι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθέαμαθεάματα
Γενικήθεάματοςθεαμάτων
Αιτιατικήθέαμαθεάματα
Κλητικήθέαμαθεάματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →