θέλγω
•
- ελκύω τους άλλους με τα θέλγητρά μου (ιδίως ερωτικά), γοητεύω Βικιλεξικό
- Για ένα ζαμάνι τον έθελγε ιδιαίτερα να εντρυφεί στις επάρατες νόσους αλλά και στους βίαιους τρόπους θανάτου. Μπορούσε, ας πούμε, να σου περιγράψει γλαφυρότατα τον μηχανισμό του εμφράγματος (Χρήστος Χωμενίδης, Ο κόσμος στα μέτρα του, εκδ. Πατάκης, 2016)
Ετυμολογία
θέλγω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θέλγω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θέλγω | θέλγεις | θέλγει | θέλγουμε | θέλγετε | θέλγουν / θέλγουνε |
| Παρατατικός | έθελγα | έθελγες | έθελγε | θέλγαμε | θέλγατε | έθελγαν / θέλγαν / θέλγανε |
| Αόριστος | έθελξα | έθελξες | έθελξε | θέλξαμε | θέλξατε | έθελξαν / θέλξαν / θέλξανε |
| Μέλλοντας | θα θέλγω / θα θέλξω | θα θέλγεις / θα θέλξεις | θα θέλγει / θα θέλξει | θα θέλγουμε / θα θέλξουμε | θα θέλγετε / θα θέλξετε | θα θέλγουν / θα θέλγουνε / θα θέλξουν / θα θέλξουνε |
| Παρακείμενος | έχω θέλξει | έχεις θέλξει | έχει θέλξει | έχουμε θέλξει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θέλξει | είχες θέλξει | είχε θέλξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω θέλξει / να θέλγω / να θέλξω | να έχεις θέλξει / να θέλγεις / να θέλξεις | να έχει θέλξει / να θέλγει / να θέλξει | να έχουμε θέλξει / να θέλγουμε / να θέλξουμε | να θέλγετε / να θέλξετε | να θέλγουν / να θέλγουνε / να θέλξουν / να θέλξουνε |
| Προστακτική | — | θέλγε / θέλξε | — | — | θέλγετε / θέλξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →