θέρμη
•
- ο ζήλος για κάτι, η συναισθηματική ένταση που συνοδεύει μια ενέργεια που ενδιαφέρει πολύ το υποκείμενο Βικιλεξικό
- Ο Χούμπολτ υποστήριζε με θέρμη μια άλλη ιδέα, η οποία δεν βασιζόταν στην προσσελήνωση της κύριας μητρικής διαστημοσυσκευής στη Σελήνη, ούτε όμως και στην αποστολή δύο διαστημοσυσκευών, οι οποίες θα συνδέονταν σε τροχιά γύρω από τη Γη. (Διονύσης Π. Σιμόπουλος, Από τα Ψηλαλώνια στο Φεγγάρι, Η περιπέτεια της κατάκτησης του Διαστήματος, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
- ο πυρετός, ιδιαίτερα ο πυρετός της ελονοσίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θέρμη < αρχαία ελληνική θέρμη < θερμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θέρμη | θέρμες |
| Γενική | θέρμης | θερμών |
| Αιτιατική | θέρμη | θέρμες |
| Κλητική | θέρμη | θέρμες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →