Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θέσει

επίρρημα
•
  1. από τη θέση του, λόγω της θέσης στην οποία βρίσκεται Βικιλεξικό
  2. γραμματικήπου είναι μακρό ή βραχύ λόγω της θέσης του (π.χ. βρίσκεται στη λήγουσα ή ακολουθούν δύο σύμφωνα) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θέσει < δοτική του ουσιαστικού θέσις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →