θέσει
•
- από τη θέση του, λόγω της θέσης στην οποία βρίσκεται Βικιλεξικό
- γραμματικήπου είναι μακρό ή βραχύ λόγω της θέσης του (π.χ. βρίσκεται στη λήγουσα ή ακολουθούν δύο σύμφωνα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θέσει < δοτική του ουσιαστικού θέσις
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →