Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θέσκελος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. θεόπνευστος, θεοκινούμενος, κινητοποιημένος από θεό Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάεξαίσιος, θαυμάσιος, υπέροχος Βικιλεξικό
  3. μεταφορικά, σπανιότερο του άνωθεν: ηθικός, καλός, εγκρατής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθέσκελοςθέσκεληθέσκελο
Γενικήθέσκελουθέσκεληςθέσκελου
Αιτιατικήθέσκελοθέσκεληθέσκελο
Κλητικήθέσκελεθέσκεληθέσκελο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθέσκελοιθέσκελεςθέσκελα
Γενικήθέσκελωνθέσκελωνθέσκελων
Αιτιατικήθέσκελουςθέσκελεςθέσκελα
Κλητικήθέσκελοιθέσκελεςθέσκελα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →