θέσπισμα
•
- αυτό που επιτάσσει κάποια ανώτερη αρχή, κοσμική ή πνευματική, διαταγή Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςναυτικός νόμος εθιμικού δικαίου, της Ύδρας, επί τουρκοκρατίας Βικιλεξικό
- Θεσπίσματα Ύδρας
- νομικός όροςκλητήριο θέσπισμα: εντολή να παρουσιαστεί κάποιος σε δίκη ως μάρτυρας ή κατηγορούμενος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θέσπισμα < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική θέσπισμα (παρόμοια σημασία: διάταγμα) < αρχαία ελληνική θέσπισμα (προφητεία, χρησμός) < θεσπίζω (σημασιολογικό δάνειο από τη μεσαιωνική λατινική sanctio)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θέσπισμα | θεσπίσματα |
| Γενική | θεσπίσματος | θεσπισμάτων |
| Αιτιατική | θέσπισμα | θεσπίσματα |
| Κλητική | θέσπισμα | θεσπίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →