Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θέσφατο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λόγος θεϊκός, χρησμός, θεϊκή απόφαση Βικιλεξικό
  2. η άποψη ή ένα επιχείρημα, που περιβάλλεται από κύρος και σεβασμό, σαν να έχει ειπωθεί από τον Θεό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θέσφατο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θέσφατα στον ενικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου θέσφατος < θεός + φημί (=λέγω). κατ' αντιστοιχία με άλλες λέξεις (π.χ. θεσπέσιος< *θέσ-σπε-τος< θεός + ἐννέπω) με χρήση του αρχαϊκού θέματος *θεσ-

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθέσφατοθέσφατα
Γενικήθέσφατου / θεσφάτουθεσφάτων
Αιτιατικήθέσφατοθέσφατα
Κλητικήθέσφατοθέσφατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →