Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θέωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φιλοσοφίαη ένωση του ανθρώπου με το Θεό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θέωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή θέω(σις) + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθέωση—
Γενικήθέωσης—
Αιτιατικήθέωση—
Κλητικήθέωση—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →