θήραμα
•
- το ζώο που πιάστηκε ή σκοτώθηκε στο κυνήγι Βικιλεξικό
- το ζώο που κυνηγά ο θηρευτής του (όπως οι κυνηγοί) Βικιλεξικό
- Νυχτερίδα: το ζωντανό ηχητικό ραντάρ. Η νυκτερίδα εκπέμπει υπερήχους τους οποίους χρησιμοποιεί για να προσανατολίζεται και να εντοπίζει το θήραμά της (Νικόλαος Αντωνίου, Παναγιώτης Δημητριάδης, Κωνσταντίνος Καμπούρης, Κωνσταντίνος Παπαμιχάλης, Λαμπρινή Παπατσίμπα, Φυσική (Γ' Γυμνασίου) - Βιβλίο Μαθητή (Εμπλουτισμένο), Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, ανακτήθηκε στις 24/1/2026 https://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2226/Fysiki_G-Gymnasiou_html-empl/index5.html)
Ετυμολογία
θήραμα < αρχαία ελληνική
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θήραμα | θηράματα |
| Γενική | θηράματος | θηραμάτων |
| Αιτιατική | θήραμα | θηράματα |
| Κλητική | θήραμα | θηράματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →