θήτευση
•
- λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του θητεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θήτευση < θητεύ(ω) + -ση < αρχαία ελληνική θητεύω < θής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θήτευση | θητεύσεις |
| Γενική | θήτευσης | θητεύσεων |
| Αιτιατική | θήτευση | θητεύσεις |
| Κλητική | θήτευση | θητεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →