θίγομαι
•
- ενοχλούμαι, προσβάλλομαι Βικιλεξικό
- Με την καταγγελία κατά του νοσοκομείου, θίγεται η τιμή και η υπόληψη όλου του προσωπικού.
- επιφέρω ζημιά, ζημιώνω Βικιλεξικό
- Χρησιμοποιήστε το κείμενο χωρίς να θίγονται τυχόν πνευματικά δικαιώματα τρίτων.
- γ΄ πρόσωπογίνεται λόγος για, αναφέρεται Βικιλεξικό
- Στο βιβλίο θίγονται διάφορα φαινόμενα της Ελλάδας των τελευταίων δεκαετιών.
Ετυμολογία
θίγομαι < παθητική φωνή του ρήματος θίγω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θίγομαι | θίγεσαι | θίγεται | θιγόμαστε | θίγεστε | θίγονται |
| Παρατατικός | θιγόμουν / θιγόμουνα | θιγόσουν / θιγόσουνα | θιγόταν / θιγότανε | θιγόμασταν / θιγόμαστε | θιγόσασταν / θιγόσαστε | θίγονταν / θιγόντουσαν |
| Αόριστος | θίχτηκα | θίχτηκες | θίχτηκε | θιχτήκαμε | θιχτήκατε | θίχτηκαν / θιχτήκαν / θιχτήκανε |
| Μέλλοντας | θα θίγομαι / θα θιχτώ | θα θίγεσαι / θα θιχτείς | θα θίγεται / θα θιχτεί | θα θιγόμαστε / θα θιχτούμε | θα θίγεστε / θα θιχτείτε | θα θίγονται / θα θιχτούν / θα θιχτούνε |
| Παρακείμενος | έχω θιχτεί | έχεις θιχτεί | έχει θιχτεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θιχτεί | είχες θιχτεί | είχε θιχτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω θιχτεί / να θίγομαι / να θιχτώ | να έχεις θιχτεί / να θίγεσαι / να θιχτείς | να έχει θιχτεί / να θίγεται / να θιχτεί | να θιγόμαστε / να θιχτούμε | να θίγεστε / να θιχτείτε | να θίγονται / να θιχτούν / να θιχτούνε |
| Προστακτική | — | θίγου / θίξου | — | — | θίγεστε / θιχτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →