Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θίγομαι

ρήμα
•
  1. ενοχλούμαι, προσβάλλομαι Βικιλεξικό
    • Με την καταγγελία κατά του νοσοκομείου, θίγεται η τιμή και η υπόληψη όλου του προσωπικού.
  2. επιφέρω ζημιά, ζημιώνω Βικιλεξικό
    • Χρησιμοποιήστε το κείμενο χωρίς να θίγονται τυχόν πνευματικά δικαιώματα τρίτων.
  3. γ΄ πρόσωπογίνεται λόγος για, αναφέρεται Βικιλεξικό
    • Στο βιβλίο θίγονται διάφορα φαινόμενα της Ελλάδας των τελευταίων δεκαετιών.

Ετυμολογία

θίγομαι < παθητική φωνή του ρήματος θίγω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςθίγομαιθίγεσαιθίγεταιθιγόμαστεθίγεστεθίγονται
Παρατατικόςθιγόμουν / θιγόμουναθιγόσουν / θιγόσουναθιγόταν / θιγότανεθιγόμασταν / θιγόμαστεθιγόσασταν / θιγόσαστεθίγονταν / θιγόντουσαν
Αόριστοςθίχτηκαθίχτηκεςθίχτηκεθιχτήκαμεθιχτήκατεθίχτηκαν / θιχτήκαν / θιχτήκανε
Μέλλονταςθα θίγομαι / θα θιχτώθα θίγεσαι / θα θιχτείςθα θίγεται / θα θιχτείθα θιγόμαστε / θα θιχτούμεθα θίγεστε / θα θιχτείτεθα θίγονται / θα θιχτούν / θα θιχτούνε
Παρακείμενοςέχω θιχτείέχεις θιχτείέχει θιχτεί———
Υπερσυντέλικοςείχα θιχτείείχες θιχτείείχε θιχτεί———
Υποτακτικήνα έχω θιχτεί / να θίγομαι / να θιχτώνα έχεις θιχτεί / να θίγεσαι / να θιχτείςνα έχει θιχτεί / να θίγεται / να θιχτείνα θιγόμαστε / να θιχτούμενα θίγεστε / να θιχτείτενα θίγονται / να θιχτούν / να θιχτούνε
Προστακτική—θίγου / θίξου——θίγεστε / θιχτείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →