θαλάμι
•
- υποθαλάσσια τρύπα που χρησιμοποιείται από ζώα της θάλασσας για φωλιά Βικιλεξικό
- Μὰ τὸ ναυτόπουλο, ἕνας κασιδιάρης καὶ κακομοίρης, ποῦ τὸν εἶχαν γιὰ ψυχικό, ξεκόβει ἀπὸ τ’ ἄλλα τὰ παιδιά. Οὔτε καμακίζει χταπόδια στὰ θαλάμια τους, οὔτε καλαμώνει ἀχινοῦς, οὔτε συνάζει καβούρους, οὔτε ξεκολλᾷ στρείδια ἁγνὰ ὅ,τι εὕρῃ (⌘ Ανδρέας Καρκαβίτσας, Λόγια της Πλώρης, Οι φρεγάδες, 1924)
Ετυμολογία
θαλάμι < αρχαία ελληνική θαλάμη (είτε με μετατροπή του τελικού φωνήεντος σε ι είτε από το υποκοριστικό της θαλάμιον)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θαλάμι | θαλάμια |
| Γενική | θαλαμιού | θαλαμιών |
| Αιτιατική | θαλάμι | θαλάμια |
| Κλητική | θαλάμι | θαλάμια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →