θαλάσσερμα
•
- ναυτικός όροςθαλασσινό νερό που γεμίζει δεξαμενές ενός πλοίου ή υποβρυχίου προκειμένου να επιτευχθεί η σταθερότητα του πλοίου ή η κατάδυση του υποβρυχίου. Βικιλεξικό
- η δεξαμενή την οποία γεμίζει το προαναφερθέν νερό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θαλάσσερμα < σύνθετη από τις θάλασσα + έρμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θαλάσσερμα | θαλασσέρματα |
| Γενική | θαλασσέρματος | θαλασσερμάτων |
| Αιτιατική | θαλάσσερμα | θαλασσέρματα |
| Κλητική | θαλάσσερμα | θαλασσέρματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →