θαλαμάρχης
•
- στο στρατόο υπεύθυνος ενός θαλάμου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θαλαμάρχης < θάλαμος + -άρχης ( < άρχω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θαλαμάρχης | θαλαμάρχες |
| Γενική | θαλαμάρχη / θαλαμάρχου | θαλαμαρχών |
| Αιτιατική | θαλαμάρχη | θαλαμάρχες |
| Κλητική | θαλαμάρχα / θαλαμάρχη | θαλαμάρχες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →